Το παιδί που το έλεγαν Μίσος

Τα Κακώς Κείμενα

Στις πόσες σφαίρες παίρνω την ιθαγένεια;

Όλα ήταν κανονισμένα από την αρχή. Ήμασταν συνεπείς στο ραντεβού μας με τη μοίρα. Με τυλίξανε με μια κουβέρτα που ήταν μούσκεμα απ’ τη βροχή κι απ’ τα κύμματα και όλοι μαζί ανεβήκαμε στη σάπια βάρκα τής προσφυγιάς. Φύγαμε ένα βράδυ, στα κλεφτά, καθώς βροντές από βόμβες ταρακουνούσαν γη και θάλασσα μαζί, ενώ αόρατα αεροπλάνα πετούσαν από επάνω μας και σχίζανε τον ουρανό σε κομμάτια. Αποχαιρετήσαμε τη δική μας Αλεξάνδρεια την ώρα που δεν έμενε τίποτα όρθιο κι όλα γινόντουσαν καπνός και αίμα και στάχτη ξοπίσω μας. Σφίγγαμε το στομάχι για μερόνυχτα ολόκληρα αλλά είχαμε αποφασίσει ότι θα κάναμε υπομονή και πως θα αντέχαμε όλες τις κακουχίες κι ας μη βλέπαμε την ώρα να φιλήσουμε τη γη των ονείρων μας, να αγκαλιάσουμε τη νέα μας πατρίδα, να γίνουμε επιτέλους πολίτες μιας χώρας, με ταυτότητα, με ονοματεπώνυμο. Δεν τα καταφέραμε όλοι. Είδα τη μάνα μου…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 939 επιπλέον λέξεις