Η Βαφή

πέμπτο κύμα

Άγγιξε τα μαλλιά της. Σκληρά και άγρια σαν και τον κόσμο της, της φάνηκαν. Τον ξεμαλλιασμένο κόσμο της. Τον ξεμυαλισμένο, συμπλήρωσε. Κι’ όσο να σκεφτεί όλα αυτά, έπιασε στα πράσα το χέρι της να χαϊδεύει τα μαλλιά της. «Μπα σε καλό σου, ρε Χρυσούλα», σκέφτηκε. «Παιδιαρίζεις, μου φαίνεται», έκανε σαν να την μάλωσε. «Μεγάλη γυναίκα πια κι ονειρεύεσαι ακόμη στα μαλλιά σου τα χέρια του πεθαμένου πατέρα σου. Μπα σε καλό σου»

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Έριξε απάνω της ένα κρεμασμένο πανωφόρι κι η ρόμπα της, από μέσα, παρδαλή παρδαλή και πολύχρωμη, έφτιαχνε ένα χοντρό λουλουδάτο σειρήτι λίγο πιο πάνω απ’ τους αστραγάλους. Λες και τσαλαβουτούσε ξυπόλυτη σε ανθιστά περβόλια και κρεμαστήκανε πάνω της τα λουλουδικά που δεν αντέχανε, λέει, άλλο το χώμα.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 698 επιπλέον λέξεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.